Η καλλιέργεια της ινδικής κάνναβης στη Μαντινεία

Η «Έκθεσιν περί της καλλιεργείας του ινδικού καννάβεως (χασίς) εν Μαντινεία», η οποία συντάχθηκε τον Μάρτιο του 1914 στην Τρίπολη από τον Ι.Θ.Μπακόπουλο, βοηθό νομογεωπόνου Αρκαδίας και δημοσιεύτηκε στην περιοδική έκδοση «Γεωργικόν και δασικόν δελτίον» (έτος 4ον, Ιαν-Μάρτ. 1914, Τεύχος Α’) την οποία εξέδιδε το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, αποτελεί ένα ντοκουμέντο της εποχής.

Δεν είναι μόνο η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο νομογεωπόνος απολαυστική, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο της χρήσιμο, αν σκεφτεί κανείς ότι μετά την αναγκαστική παύση των καλλιεργειών η τεχνογνωσία της καλλιέργειας του φυτού απωλέσθη και σήμερα΄, εκατό και πλέον έτη μετά, οι επίδοξοι καλλιεργητές κάνναβης θα είχαν πολλά να μάθουν από το φυλλάδιο αυτό.

Χαρακτηριστικό είναι ότι με έξοδα 28,5 δρχ. το στρέμμα, οι αγρότες έκαναν τζίρο 96 δρχ το στρέμμα, είχαν δηλαδή καθαρό κέρδος 65,5 δραχμές ανά στρέμμα. Στον νομό Αρκαδίας παράγονταν τότε 60-70.000 οκάδες σκόνης.

Η έκθεση συντάχθηκε «συνεπεία της υπ’ αριθμόν 8851 τηλεγραφικής διαταγής» της ανώτερης αρχής, μας πληροφορεί στην αρχή ότι «το χασίς σπείρεται εις όλα τα εδάφη, κυρίως όμως προτιμητέα είναι τα πολύ γόνιμα και υγρά, προπαντός δε τα ποταμόχωστα».
Όταν το έδαφος είναι υγρό και έχει οργωθεί καλά αρκεί μία οκά σπόρου ανά στρέμμα, αλλά σε ξηρό έδαφος χρειάζεται μιάμιση, ίσως και 2. Για να πέσει ο σπόρος κανονικά «διαιρούμεν τον αγρόν εις μικράς σποργιάς» που η κάθε μία έχει πλάτος έξι μέτρα.

Τότε σπείρομεν τον ανάλογον σπόρον εις εκάστην σποργιάν, βαδίζοντες επ’ αυτής δύο φοράς, ή, ως οι γεωργοί λέγουσιν, εις δύο χέργια

«Ο σπορεύς προς ευκολίαν πρέπει να έχει εμπροσθέλαν (ποδιάν) εντός της οποίας θέτει τον σπόρον. Αρχόμενος δε της σποράς λαμβάνει σπόρον εις την φούχταν του και βαδίζων επί της ορισθείσης γραμμής εκκενώνει αυτήν εις 4-5 βήματα τινάσσων την χείραν (sic) του δύο φοράς εις έκαστον βήμα»

Το φυλλάδιο στη συνέχεια δίνει συμβουλές για το σκάλισμα και το αραίωμα των φυτών. Ο θερισμός γίνεται τον Σεπτέμβριο και μετά το χασίς απλώνεται σε κατάλληλα μέρη για να ξεραθεί.

Δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με το χώμα «διότι πολύ βλάπτει την ποιότητα του προϊόντος»,οπότε διαλέγει κανείς ακαλλιέργητα μέρη όπου έχουν φυτρώσει χόρτα, θαμνώδεις περιοχές ή πρόποδες βουνών με πετρώδες έδαφος, διαφορετικά πρέπει να δεθούν τα φυτά σε μικρά δέματα και να στηθούν στο χωράφι σε πυραμίδες. Ύστερα από 5-7 μέρες στον ήλιο, στοιβάζεται σε όχι υγρή αποθήκη.

Τον χειμώνα χωρίζουν τα φύλλα από το στέλεχος του φυτού («διά σουγιάδων«) και το πουλάνε στους εμπόρους οι οποίοι αποχωρίζουν την σκόνη, το προϊόν δηλ. που καπνίζεται, από το φύλλο και τον σπόρο. Η σκόνη βρίσκεται σε λεπτότατους κρυστάλλους. Ο αποχωρισμός γίνεται με τρίψιμο με το χέρι πάνω σε συρματόπλεγμα που έχει στερεωθεί σε ορθογώνιο πλαίσιο σαν τραπέζι και ονομάζεται τελάρο και στη συνέχεια ένα άλλο εργαλείο που λέγεται μπουράτο και έχει έναν περιστρεφόμενο κύλινδρο.

Ακολουθούν «κρισαρίσματα με κρισάρας διαφόρου πυκνότητος» για να απομακρυνθούν οι ξένες ουσίες. Ο σπόρος που διαχωρίζεται «παραδίδεται εις το εμπόριον διά τροφήν των πτηνών και ονομάζεται καναβούρι».

Από 100 οκάδες φύλλου παράγονται 4-6 οκάδες σκόνης, αλλά η απόδοση αυτή ισχύει μόνο για το χασίς της Μαντινείας, διότι ο γεωπόνος έσπειρε για δοκιμή στην Ερμιονίδα και στο Καζακλάρ (σήμερα Αμπελώνας) της Λάρισας και η απόδοση ήταν χαμηλότερη και με κακή ποιότητα.

 

Kατεβάστε ολόκληρο το φυλλάδιο του νομογεωπόνου Ι. Θ. Μπακόπουλου εδώ

Πηγή : cannabisnews.gr